ΆΝΟΙΓΜΑ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ISSN:1792-2674

Η δημοσίευση συλλογικών κειμένων στην τοπική εφημερίδα ως παιδαγωγική πράξη και πολιτισμική εμπλοκή

Μαρία Σαπουνάκη

mariasap11@gmail.com

Εκπαιδευτικός ΠΕ70


Άννα Νικολακάκη

annanikolakakid@gmail.com

Εκπαιδευτικός ΠΕ70

Περίληψη

Η εργασία εστιάζει σε μια καινοτόμο διδακτική πρακτική: τη συγγραφή συλλογικών κειμένων και τη δημοσίευση τους στην τοπική εφημερίδα. Στόχος της πρακτικής είναι η καλλιέργεια του γραπτού λόγου, η ενίσχυση της αυτενέργειας και της συνεργασίας των μαθητών, καθώς και η διασύνδεση της σχολικής ζωής με την τοπική κοινωνία. Η συγγραφή αποκτά νόημα όταν αφορά έναν αυθεντικό αποδέκτη. Μέσα από το παράδειγμα αυτό αναδεικνύεται ο ρόλος του εκπαιδευτικού ως εμψυχωτή και διαμεσολαβητή της γνώσης, αλλά και ο παιδαγωγικός χαρακτήρας της δημόσιας έκθεσης του συνεργατικού μαθητικού λόγου δημιουργώντας γέφυρες λόγου, πολιτισμού και συμμετοχής. Η δράση έλαβε χώρα στην Ε τάξη δημοτικού σχολείου και την υλοποίησαν και τα δύο τμήματα, ενίοτε ανεξάρτητα, ως Ε1, Ε2 αλλά και συνεργατικά με τη συνάδελφο του άλλου τμήματος ως Ε’ τάξη.

Λέξεις – κλειδιά: συλλογικά κείμενα, δημιουργική γραφή,συνεργασία, συμπερίληψη, κριτικός γραμματισμός, δημοσίευση

  1. Εισαγωγή

Η σχολική τάξη δεν είναι απλώς ένας χώρος μετάδοσης γνώσης αλλά ένα περιβάλλον δυναμικής κοινωνικής αλληλεπίδρασης και παραγωγής πολιτισμού. Όταν οι μαθητές ενθαρρύνονται να εκφραστούν αυθεντικά, να συνεργαστούν και να δημιουργήσουν κάτι που θα ξεπερνά τα όρια της σχολικής αίθουσας, τότε η μαθησιακή διαδικασία αποκτά νέο περιεχόμενο και νόημα. Η παρούσα εργασία παρουσιάζει μια τέτοια εμπειρία: τη συγγραφή συλλογικών μαθητικών κειμένων και τη δημοσίευσή τους σε τοπική εφημερίδα. Η δράση αυτή δεν αποτέλεσε απλώς ένα επιτυχημένο διδακτικό σχέδιο, αλλά ένα παιδαγωγικό γεγονός που συνέδεσε τη σχολική ζωή με την τοπική κοινότητα.

  • Κυρίως μέρος

2.1 Στόχοι και πλαίσιο της πράξης

Η δράση εφαρμόστηκε στο Ιδ. Δημοτικό Σχολείο Ναυστάθμου Κρήτηςστο πλαίσιο διαθεματικής εργασίας με μαθητές  δύο παράλληλων τμημάτων της Ε΄ τάξης Δημοτικού Σχολείου της Κρήτης, άλλοτε σε επίπεδο τμήματος  Ε1, Ε2 μεμονωμένα και άλλοτε με την εμπλοκή και των δύο τμημάτων ως ενιαία τάξη Ε.


α. Στόχοι της πράξης ήταν:

  • η ενίσχυση του γραπτού λόγου μέσα από αυθεντικές συνθήκες,
  • η καλλιέργεια της συνεργασίας και του σεβασμού μεταξύ των μαθητών,
  • η δυνατότητα έκφρασης και αυτοδιόρθωσης
  • η γνωριμία με τα ΜΜΕ και τις διαδικασίες δημοσίευσης,
  • η ενίσχυση της αυτοεκτίμησης μέσω της δημόσιας προβολής των ιδεών των παιδιών,
  • η ενίσχυση των δεσμών σχολείου και κοινότητας.

Η δημοσίευση δεν αποτελούσε το τέλος, αλλά το αποκορύφωμα μιας διαδικασίας δημιουργικής γραφής. Είχε ως αφετηρία την προσωπική σκέψη, συνεχίστηκε με διάλογο στην ομάδα, αλληλεπίδραση, στοχασμό, κατάθεση και επεξεργασία όλων των απόψεων, και ολοκληρώθηκε με συλλογική απόφαση και αισθητική επιμέλεια.

β. θεωρητικό πλαίσιο

β1. Η διαδικασία παραγωγής και δημοσίευσης των κειμένων

Στο παραδοσιακό σχολικό περιβάλλον, η παιδική φωνή συχνά περιορίζεται σε απαντήσεις, σε ορθές διατυπώσεις, σε μονολεκτικές συμμετοχές. Σπάνια της δίνεται ο χώρος να αναπτυχθεί ως πλήρης λόγος, με συναισθηματικό, βιωματικό και κοινωνικό περιεχόμενο. Η εκπαιδευτική πράξη της συλλογικής συγγραφής και δημοσίευσης των κειμένων στην τοπική εφημερίδα επαναπροσδιορίζει τη θέση των παιδιών στη σχολική ζωή: δεν είναι πλέον ακροατές της γνώσης, αλλά δημιουργοί περιεχομένου. Αυτή η μετατόπιση είναι βαθύτατα παιδαγωγική.

Όταν τα παιδιά έχουν «λόγο ύπαρξης και λόγο παρέμβασης», ενεργοποιούνται. Δεν γράφουν γιατί «πρέπει», αλλά γιατί «θέλουν να πουν κάτι». Η διαφορά αυτή αλλάζει όλη την εκπαιδευτική συνθήκη. Η γραφή δεν είναι πλέον άσκηση δομής, είναι πράξη έκφρασης, νοηματοδότησης και σχέσης. Και η πράξη της δημοσίευσης λειτουργεί ως ισχυρό μήνυμα: η φωνή σου αξίζει να ακουστεί.

Η φιλοσοφική θεμελίωση αυτής της προσέγγισης αντλείται από τον JohnDewey, ο οποίος πίστευε ότι το σχολείο είναι μικρογραφία της δημοκρατίας. Αν οι μαθητές δεν ασκηθούν στο να εκφράζονται, να ακούν, να σέβονται και να συζητούν, δεν θα καταστούν ποτέ ενεργοί πολίτες. Η συλλογική συγγραφή είναι πράξη συνδιαμόρφωσης, ένα εργαστήρι δημοκρατίας σε μικρή κλίμακα. Τα παιδιά μαθαίνουν να παραχωρούν χώρο, να επιχειρηματολογούν, να αφουγκράζονται όλες τις απόψεις, ακόμα και τις διαφορετικές, να συνδιαλέγονται με τις λέξεις, να συναποφασίζουν και να συνδιαμορφώνουν με δημοκρατικές διαδικασίες το κείμενό τους.

β2. Διδακτική προσέγγιση

Η ίδια η διαδικασία δεν έχει στόχο την τελειότητα, αλλά τη συμμετοχή. Δεν ζητείται από τα παιδιά να παραδώσουν «επιτηδευμένα» ή «καλογραμμένα» κείμενα, αλλά να καταθέσουν σκέψη και στη συνέχεια τα ίδια να την επεξεργαστούν και να τη βελτιώσουν. Αυτό σε πρώτο χρόνο, ενισχύει τη συμμετοχή όλων, ακόμη και των παιδιών που δυσκολεύονται στην παραγωγή γραπτού λόγου. Η έννοια του συλλογικού δημιουργήματος περιλαμβάνει και αυτούς. Όλοι έχουν κάτι να πουν. Στη συνέχεια ωστόσο, μόνοι τους επιδιώκουν να βελτιώσουν, όσο περισσότερο μπορούν το παραδοτέο υλικό, διορθώνοντας ακόμα και λεπτομέρειες που σε άλλες περιπτώσεις θα περνούσαν απαρατήρητες.

Έτσι υιοθετούν τη στάση: «γράφουμε για να εκφραστούμε, να ακουστούμε, να καταλάβουμε, να συνδεθούμε», η οποία αποκρυσταλλώνει το νόημα της δράσης: η γραφή ως κοινωνική πράξη. Δεν είναι ιδιωτική σκέψη, αλλά κοινή εμπειρία. Και όταν αυτή η εμπειρία δημοσιεύεται σε ένα έντυπο που διαβάζουν συγγενείς, γείτονες,συμμαθητές,  πολίτες της τοπικής κοινωνίας, τότε η γραφή αποκτά βαρύτητα και κύρος.

Μέσα από αυτή τη διαδικασία, η σχολική τάξη μετατρέπεται σε «κοινότητα λόγου». Δεν είναι μια τυχαία ομάδα  ατόμων που απλά βρέθηκαν στην ίδια σχολική αίθουσα, αλλά μια ζωντανή ομάδα με ταυτότητα, συλλογικότητα, δυναμική. Κάθε παιδί αισθάνεται μέλος αυτής της ομάδας που σκέφτεται, συζητά, γράφει, δημιουργεί. Αυτή η εμπειρία δεν ξεχνιέται. Και δεν μπορεί να αντικατασταθεί από κανένα φύλλο εργασίας.

Το σχολείο έτσι ξανασυστήνεται στην κοινωνία και στα παιδιά. Όχι ως θεσμός πειθαρχίας, αλλά ως δημιουργικό εργαστήρι. Όχι ως απομονωμένος μηχανισμός, αλλά ως πολιτισμικός φορέας. Η πράξη της δημοσίευσης δεν είναι απλώς μια παιδαγωγική τεχνική — είναι μια συμβολική πράξη αναγνώρισης: των παιδιών, του λόγου τους, της ύπαρξής τους.

2.2 στάδια

Η διαδικασία ξεκινάει με τον χωρισμό των μαθητών σε μικρές ομάδες. Δίνεται το θέμα, που συχνά συνοδεύεται από κάποιο συμπληρωματικό υλικό: φωτογραφίες, κείμενα που εμπεριέχουν πληροφορίες για τη χρονική περίοδο, το κοινωνικό πλαίσιο, επιστημονικά δεδομένα κ.α. και ακολουθεί ένας κύκλος ερωτήσεων που οδηγεί σε μια ιδεοθύελλα που καταγράφεται στον πίνακα. Η θεματολογία μπορεί να αφορά στην ιστορία του τόπου, στην τέχνη, τον πολιτισμό, αλλά και άλλα θέματα, όπως η φιλία, οι σχολικές αναμνήσεις,  το περιβάλλον, τα ζώα.

Τα παιδιά γράφουν αρχικά πρόχειρα σχέδια, τα δουλεύουν στη συνέχεια προσεχτικά, τα παρουσιάζουν στον εκπαιδευτικό, ακούν τις παρατηρήσεις και προχωρούν σε βελτιώσεις. Ο εκπαιδευτικός παρεμβαίνει διακριτικά, μόνο για να καθοδηγήσει γλωσσικά ή να ενθαρρύνει τη δημιουργικότητα. Κάποιες φορές λόγω του περιορισμένου χώρου (η εφημερίδα απαιτεί κάποιο συγκεκριμένο αριθμό λέξεων, συνθήκη που χρειάζεται να ακολουθούν πιστά για να γίνει η δημοσίευση),ίσως κριθεί αναγκαίο ο εκπαιδευτικός να αφαιρέσει μέρος της εργασίας, χωρίς να παρέμβει όμως καθόλου στη δομή και το περιεχόμενό της. (Αυτό το στάδιο παρέμβασης πραγματοποιείται μόνο εφόσον το συλλογικό κείμενο πρόκειται δημοσιευθεί στην εφημερίδα. Στην περίπτωση που ακολουθηθεί αυτή η τεχνική ως εναλλακτικός τρόπος γραπτής έκφρασής στα πλαίσια της τάξης, επειδή δεν υπάρχουν τέτοιας μορφής δεσμεύσεις ή προϋποθέσεις, σαφώς και παραλείπεται). Οι τελικές μορφές καθαρογράφονται και παρουσιάζονται στην ολομέλεια, εικονογραφούνται σε επόμενο στάδιο και παραδίδονται στην τοπική εφημερίδα, η οποία με χαρά τις δημοσιεύει σε ειδική σελίδα αφιερωμένη στα σχολεία.

Εικόνα 1: συλλογικό κείμενο Ε΄ τάξης

Η εμπειρία της αναμονής, της αγωνίας και τελικά της περηφάνιας όταν κυκλοφορεί η εφημερίδα, είναι βαθιά παιδαγωγική. Παιδιά και γονείς διαβάζουν τα κείμενα με συγκίνηση. Το σχολείο έχει φωνή.

2.3 Παιδαγωγική ερμηνεία – Θεωρητικές προσεγγίσεις

Η αυθεντικότητα της πράξης και οι παιδαγωγικές αρχές που την υποστηρίζουν

Μια από τις βασικές προϋποθέσεις για τη νοηματοδοτημένη μάθηση είναι η αυθεντικότητα της εμπειρίας. Η πράξη της συλλογικής συγγραφής και δημοσίευσης των μαθητικών κειμένων διαφοροποιείται από τις συνήθεις σχολικές εργασίες, επειδή προκύπτει μέσα από αληθινή ανάγκη, εσωτερική κινητοποίηση και έναν πραγματικό αποδέκτη. Δεν είναι άσκηση· είναι έκφραση. Δεν είναι θεωρία· είναι πράξη. Η γραφή δεν γίνεται για τον «δάσκαλο» από έναν μαθητή, αλλά για τον κόσμο, από την ομάδα. Αυτό και μόνο μετατρέπει την εκπαιδευτική συνθήκη σε εμπειρία με νόημα.

Η σύνδεση με τη θεωρία του DavidKolb (1984) για τη βιωματική μάθηση είναι άμεση: τα παιδιά βιώνουν καταστάσεις, καταγράφουν σκέψεις και συναισθήματα, αναστοχάζονται μέσα από τη συνεργασία, καλλιεργούν νέες γλωσσικές και κοινωνικές δεξιότητες και τις εφαρμόζουν μέσα από μια δημοσιευμένη πράξη.

Εικόνα 2: Συλλογικό Κείμενο της Ε1 τάξης

Η μαθησιακή εμπειρία είναι κυκλική, ολόπλευρη και μετασχηματιστική. Δεν γράφουν ουδέτερα άρθρα, αλλά αφηγούνται ιστορίες, γράφουν γράμματα και προσωπικά σχόλια, μέσα από τα οποία διαμορφώνεται μια ταυτότητα αφήγησης.

Η ίδια η θεματολογία των κειμένων αποδεικνύει ότι τα παιδιά λειτουργούν ως ερμηνευτές του κόσμου τους: γράφουν για τη φιλία, τον τόπο τους, τις σχολικές τους στιγμές. Δεν τους ανατίθεται ένα «θέμα», αλλά τους τίθεται ένα ερώτημα: Τι θέλετε να πείτε στον κόσμο; Και το απαντούν με λόγο προσωπικό και βαθιά ανθρώπινο. Η απάντησή τους δεν είναι μόνο λεκτική. Είναι κοινωνική πράξη.

Η συμμετοχή όλων των παιδιών, ακόμη και όσων συνήθως δεν αισθάνονται «δυνατοί» στον γραπτό λόγο, επιβεβαιώνει τη θεωρία του LevVygotsky (1978) για τη δυναμική του κοινωνικού πλαισίου στη μάθηση. Η συλλογική γραφή είναι κοινωνική εκ των πραγμάτων: οι ομάδες συνδιαλέγονται, στηρίζουν τα μέλη τους, αναστοχάζονται και τελικά συνθέτουν από κοινού έναν λόγο που τα εκπροσωπεί. Το «εγώ»  γίνεται «εμείς». Κι αυτό ενισχύει την εμπλοκή ακόμη και των πιο επιφυλακτικών μαθητών, που αισθάνονται δημιουργοί — όχι απλοί εκτελεστές.

Η θεωρία του KieranEgan (2005) μας υπενθυμίζει ότι η μάθηση γίνεται πιο ουσιαστική όταν κινητοποιεί τη φαντασία και τη συγκίνηση. Η γλώσσα των παιδιών είναι φορτισμένη: δεν επιδιώκει την  τελειότητα, αλλά την αλήθεια τους. Και αυτός είναι ο πιο ισχυρός παιδαγωγικός στόχος. Το γράψιμό τους γίνεται πράξη ανακάλυψης, αλλά και ταύτισης με τον εαυτό τους και με τον κόσμο.

Η σκέψη του JohnDewey (1916) περί αυθεντικής συμμετοχής επιβεβαιώνεται εδώ: τα παιδιά δεν λαμβάνουν μέρος σε μια «παιχνιδιώδη δραστηριότητα», αλλά παράγουν περιεχόμενο πολιτισμού. Γίνονται δημιουργοί και δρώντα υποκείμενα εντός της κοινότητάς τους. Το σχολείο δεν παραμένει ένας κλειστός μηχανισμός μάθησης, αλλά ανοίγει διαύλους προς την κοινωνία.

Η κριτική παιδαγωγική του PauloFreire (1997) δίνει την πιο εμβληματική ερμηνεία αυτής της εμπειρίας: η εκπαίδευση οφείλει να απελευθερώνει, όχι να υποτάσσει. Η πράξη της δημοσίευσης δεν είναι μια απλή παρουσίαση. Είναι μια πράξη λόγου.  Δίνει στα παιδιά χώρο να ονομάσουν την πραγματικότητά τους και να μιλήσουν για όσα τα αφορούν.

Ο λόγος τους εισάγεται στη δημόσια σφαίρα, όχι ως παιδικό «παιχνίδισμα», αλλά ως αξιοπρόσεκτος πολιτισμικός πόρος.

Το συμβολικό φορτίο αυτής της εμπειρίας είναι τεράστιο: το να δει ένα παιδί το όνομά του τυπωμένο, να του πουν «διάβασα αυτό που έγραψες», να νιώσει ότι ο λόγος του γίνεται αποδεκτός από τον έξω κόσμο, είναι πράξη ενδυνάμωσης. Δεν είναι απλώς επιβράβευση — είναι κοινωνική ένταξη.

Τέλος, η ίδια η δημιουργία νοήματος μέσω της γλώσσας αναδεικνύεται ως ο κεντρικός στόχος: η γλώσσα εδώ δεν λειτουργεί ως εργαλείο ελέγχου ή μέτρησης, αλλά ως πεδίο ελευθερίας και προσωπικής έκφρασης. Τα παιδιά δεν περιορίζονται στον ρόλο του μαθητή. Γίνονται αφηγητές, σχολιαστές, πολίτες. Γίνονται ο λόγος που τους αφορά.

2.4 Η θέση του εκπαιδευτικού: εμψυχωτής, συντονιστής, διαμεσολαβητής

Ο εκπαιδευτικός σε αυτή την πράξη δεν περιορίζεται στη διαχείριση της ύλης· αναλαμβάνει τον ρόλο του συντονιστή νοημάτων, συναισθημάτων και δημιουργικότητας. Δεν υπαγορεύει, δεν επιβάλλει. Παρακολουθεί, ενθαρρύνει, ανοίγει χώρους ελευθερίας μέσα στην τάξη. Καθοδηγεί διακριτικά, επιτρέποντας στα παιδιά να πάρουν τον λόγο, να εκτεθούν, να δημιουργήσουν. Η εμπιστοσύνη στην παιδική έκφραση γίνεται θεμέλιο της πράξης. Το δικαίωμα των μαθητών να εκφραστούν δημόσια ως συγγραφείς δεν αποτελεί τιμητική παραχώρηση, αλλά ουσιαστική αναγνώριση. Η παρουσία του εκπαιδευτικού ως συνοδοιπόρου κάνει τη διαφορά.

Η εμπειρία αυτής της παιδαγωγικής πρακτικής τον μετακινεί. Τον συνδέει ξανά με τον αρχικό πυρήνα της επιλογής του να διδάσκει: την πίστη στον άνθρωπο που αναπτύσσεται, στην παιδική φωνή που αξίζει να ακουστεί, στην τάξη που γίνεται κοινότητα. Δεν βλέπει πια απλώς μαθητές· βλέπει υποκείμενα με σκέψη, με ανάγκη να αρθρώσουν τον δικό τους λόγο στον κόσμο.

Θυμάται καθαρά το βλέμμα ενός παιδιού που διαβάζει ξανά και ξανά το κείμενό του στην εφημερίδα και ψιθυρίζει: «Το έγραψα εγώ αυτό». Δεν πρόκειται για έκπληξη, αλλά για συνειδητοποίηση. Είναι η στιγμή που η γλώσσα παύει να είναι υποχρέωση και γίνεται ταυτότητα· η στιγμή που το σχολείο ανοίγει και υποδέχεται το παιδί όχι μόνο ως μαθητή, αλλά ως συγγραφέα, ως αφηγητή, ως ενεργό μέλος της κοινωνίας.

Η δημιουργία αυτής της εμπειρίας απαιτεί χρόνο, προετοιμασία, τόλμη. Ο εκπαιδευτικός χρειάζεται να απομακρυνθεί από την ιδέα της «τέλειας» παραγωγής λόγου, να αποδεχθεί τον αυθορμητισμό, να εμπιστευτεί τα παιδιά και να τους επιτρέψει να εκτεθούν. Η εμπιστοσύνη στη δύναμη της παιδικής έκφρασης και στο δικαίωμα των παιδιών να έχουν κοινό καθορίζει την παιδαγωγική στάση του.

Αυτό που μένει δεν είναι απλώς τα κείμενα ή η δημοσίευση· είναι η κοινή αίσθηση πως υπάρχει κάτι να ειπωθεί. Και αυτή η αίσθηση αποτελεί τον πυρήνα κάθε ουσιαστικής εκπαίδευσης. Δεν υπάρχει μάθηση χωρίς εσωτερικό κίνητρο, και δεν υπάρχει κίνητρο χωρίς αναγνώριση. Όταν τα παιδιά νιώθουν ότι η φωνή τους αξίζει, συμμετέχουν — και ανθίζουν.

Η σχολική τάξη, όταν λειτουργεί ως χώρος ακρόασης και δημιουργίας, μεταμορφώνεται. Παύει να είναι χώρος αξιολόγησης και συμμόρφωσης· γίνεται εργαστήρι φωνών, μικροκοινωνία που προετοιμάζει την ομαλή ένταξη στηνκοινωνία των ενηλίκων. Γίνεται πεδίο ελευθερίας, πειραματισμού και ουσιαστικής σχέσης.

Εικόνα 3: συλλογικό κείμενο Ε2 τμήματος  

Η πράξη αυτή υπενθυμίζει στον εκπαιδευτικό ότι δεν διδάσκει μόνο γλώσσα — διδάσκει εμπιστοσύνη. Κι αυτή είναι, ίσως, η πιο δύσκολη αλλά και η πιο όμορφη παιδαγωγική πράξη.

2.5 Αποτελέσματα

α. Ο αντίκτυπος στην τάξη και στην τοπική κοινωνία

Η δημοσίευση ενισχύει την αυτοπεποίθηση των παιδιών, συσφίγγει τη συνοχή της ομάδας, αναβαθμίζει την ποιότητα της γραφής και βελτιώνει την εικόνα του σχολείου στην κοινότητα. Η εφημερίδα φτάνει στα σπίτια, στα χέρια ανθρώπων που συχνά δεν έχουν άμεση επαφή με τη σχολική καθημερινότητα. Δημιουργείται γέφυρα επικοινωνίας. Οι γονείς βλέπουν τα παιδιά τους να αναγνωρίζονται δημόσια. Τοσχολείολειτουργείωςκοιτίδα πολιτισμού.

β. Προτάσεις αξιοποίησης της πράξης σε άλλα σχολικά πλαίσια

Η πρακτική μπορεί να υιοθετηθεί σε κάθε τάξη και σε κάθε γλωσσικό ή διαθεματικό πρόγραμμα. Εκτός από τοπικές εφημερίδες, μπορούν να αξιοποιηθούν:

  • σχολικά ιστολόγια ή ιστότοποι εκπαιδευτικών,
  • κοινές σελίδες σε κοινωνικά δίκτυα υπό καθοδήγηση,
  • εκθέσεις ή αναγνώσεις σε σχολικές γιορτές,
  • συνεργασίες με δημοτικά ραδιόφωνα ή πολιτιστικούς συλλόγους.

Ο αρχικός σκοπόςτων συλλογικών κειμένωνείναι να προσφερθεί στους μαθητές η ευκαιρία να γράψουν συνεργατικά, με σκοπό, με κοινό, με αντίκρισμα. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι κατά την υλοποίηση της πρακτικής ενώ τα παιδιά αρχικά ήταν επιφυλακτικά, στην πορεία εξοικειώθηκαν και ταυτίστηκαν τόσο πολύ με τη διαδικασία που την επιζητούσαν ακόμα και όταν δεν υπήρχε πλάνο ή προοπτική να δημοσιευτούν κάπου τα συλλογικά τους κείμενα.

3. Συμπεράσματα– Τελικός αναστοχασμός

Η παιδαγωγική αξία της πράξης δεν περιορίζεται στην ενίσχυση του γραπτού λόγου. Εμπεριέχει μηνύματα για τη δημοκρατία, τη συμμετοχή, τη δύναμη της φωνής των παιδιών. Ο εκπαιδευτικός καλείται να ανοίξει δρόμους που συνδέουν τη μάθηση με τη ζωή. Η δημοσίευση των συλλογικών κειμένων δεν είναι απλώς μια εργασία, αλλά μια μαρτυρία: ότι το σχολείο μπορεί να παράγει πολιτισμό και να λειτουργεί ως δημιουργική κοινότητα.

Βιβλιογραφία (Βιβλιογραφικές αναφορές)

Ελληνόγλωσση

Καψάλης, Α. (2000). Γλωσσική διδασκαλία και δημοκρατική αγωγή. Αθήνα: Gutenberg.

Κουλουμπαρίτση, Κ. (2020). Το σχολείο ως κοινότητα μάθησης και πράξης: θεωρία και πράξη. Αθήνα: Εκδόσεις Τόπος.

Μπαγάκης, Γ. (2004). Η κοινωνική λειτουργία του σχολείου: Μια προσέγγιση από τη σκοπιά του ανοικτού σχολείου. Σύγχρονη Εκπαίδευση, 137, 37–46.

Παπακώστα, Μ. (2017). Δημιουργική γραφή στο δημοτικό σχολείο: ευκαιρίες έκφρασης και ενδυνάμωσης. Νέα Παιδεία, 161, 25–32.

Νόβα-Καλτσούνη, Χ. (1995). Κοινωνικοποίηση: Η γένεση του κοινωνικού υποκειμένου. Gutenberg.

Φραγκουδάκη, Α. (1992). Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης: Η κοινωνική αναπαραγωγή και η ιδεολογική λειτουργία της εκπαίδευσης. Αθήνα: Σαββάλας.

Ξενόγλωσση

Giroux, H. A. (2005). Border crossings: Cultural workers and the politics of education. New York: Routledge.

Nieto, S. (2004). Affirming diversity: The sociopolitical context of multicultural education (4th ed.). Boston: Allyn and Bacon.

Dewey, J. (1916). Democracy and Education. New York: Macmillan.

 Dewey, J. (1916). Democracy and education. Macmillan.

Freire, P. (1970). Pedagogy of the Oppressed (M. B. Ramos, Trans.). New York: Continuum.

Freire, P. (1997). Pedagogy of the heart. Continuum.


Egan, K. (2005). An imaginative approach to teaching. Jossey-Bass.


Kolb, D. A. (1984). Experiential learning: Experience as the source of learning and development. Prentice Hall.


Vygotsky, L. S. (1978). Mind in society: The development of higher psychological processes. HarvardUniversityPress.